Η εξέλιξη της χριστιανικής Γόρτυνας: οι αρχαιολογικές μαρτυρίες

Η επιβίωση των ειδωλολατρικών μορφών λατρείας ως τον 4ο αι. μΧ., από τη μία μεριά, και η γρήγορη ανοικοδόμηση των χριστιανικών ναών τον 5ο και τον 6ο αι., από την άλλη, φανερώνουν τη σημασία της Γόρτυνας ως παράδειγμα μελέτης για το γενικότερο φαινόμενο του μετασχηματισμού των πόλεων κατά την Ύστερη Αρχαιότητα[1]. Επιπλέον, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, η σύνδεση των αρχαιολογικών μαρτυριών με τις ιστορικές και τις επιγραφικές πηγές βοηθά στην αναδημιουργία των σταδίων αυτής της διαδικασίας που άλλαξε εκ θεμελίων τις δομές και τα εσωτερικά σημεία αναφοράς της πόλης δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μια εντελώς νέα πραγματικότητα.

Στις αρχές του 4ου αι., η Αγορά της Γόρτυνας[2] διατηρούσε τις πολιτικές, διοικητικές και θρησκευτικές της λειτουργίες, ενώ στην πόλη υπήρχε ένα καλά αρθρωμένο δίκτυο ιερών με διαφοροποιημένες λατρείες και δραστηριότητες που συνδέονταν με τη ζωή και τις δομές των επιμέρους περιοχών της, οι οποίες μάλιστα συχνά έπαιρναν από αυτά το όνομά τους.

Η ακρόπολη με την προστάτιδα της πόλης Αθηνά[3] και το Πύθιο[4] στην ανατολική άκρη της πόλης αποτελούν τα κύρια λατρευτικά ιερά, ενώ από την ελληνιστική εποχή αυξάνεται και η σημασία άλλων που ανήκουν σε παλιές, αλλά και νέες θεότητες, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το ιερό των Αιγυπτιακών Θεοτήτων[5]. Στην περιοχή ανατολικά του Πύθιου στο αποκαλούμενο Πραιτώριο δημιουργείται τον 4ο αι. μΧ. ένα διοικητικό κέντρο που συνδέεται αποκλειστικά με τη διαχείριση της δικαιοσύνης και τον εορτασμό των δυναστών και των επιφανών οικογενειών της αυτοκρατορίας[6]. Μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του 4ου αι. τα ειδωλολατρικά ιερά στη συγκεκριμένη ζώνη, όπως εξάλλου και στην ακρόπολη, συνέχιζαν τις παραδοσιακές λειτουργίες τους, όπως μαρτυρούν οι έρευνες της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής υπό την καθοδήγηση του Antonino Di Vita.

Ο Ανατολικός Ναός του Πραιτωρίου[7], για παράδειγμα, επισκευάζεται αποκτώντας αρχιτεκτονικά μέλη όμοια με τα αρχικά. Ενώ, ακριβώς πίσω από αυτόν, ο βωμός αφιερωμένος στο Θεό Ύψιστο[8]

——————————————————————————————————————–
[1] Baldini και άλλοι 2013, με προγενέστερη βιβλιογραφία. Θερμές ευχαριστίες για τη μετάφραση του κειμένου οφείλονται στο Γιώργο Μπροκαλάκη, συνεργάτη στη μελέτη του υλικού από τη βασιλική της Μητρόπολης.
[2] Di Vita – Rizzo 2011.
[3] Perna 2012.
[4] Di Vita 2010, 119-126.
[5] Di Vita 2010, 128-135.
[6] Di Vita 2010, 175-193, Baldini 2010 και Baldini-Vallarino 2012.
[7] Di Vita 2010, 210-224.
[8] Di Vita 2010, 205-209.

——————————————————————————————————————–

συνέχισε να χρησιμοποιείται, παρά το βαθμιαίο «τεμαχισμό» της περιοχής, όπως υποδεικνύει η ανασκαφή του σταδίου[9] το οποίο την περίοδο αυτή εγκαταλείπεται και σκεπάζεται με χώμα.

Από την άλλη μεριά, η αγιογραφική παράδοση αναφέρει την ύπαρξη στις αρχές του 4ου αι. μιας επισκοπικής εκκλησίας εγκατεστημένης στο νεκροταφείο της πόλης. Την εποχή του επισκόπου Παύλου, γύρω στο 328, τα λείψανα των Αγίων Δέκα Μαρτύρων που πέθαναν κατά τους διωγμούς του Δέκιου, μεταφέρθηκαν εκεί, αφού είχαν ενταφιαστεί προσωρινά κοντά στο αμφιθέατρο[10], το τόπο του μαρτυρίου. Στους Αγ. Δέκα είναι αφιερωμένη η μεσοβυζαντινή βασιλική στο ομώνυμο χωριό. Το πρόβλημα χρονολόγησης της πρώτης φάσης της εκκλησίας παραμένει εκκρεμές. Ο ναός που γνωρίζει διάφορες ανακατασκευές, κτίζεται ακριβώς στο κέντρο της αρένας του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου.

Στην πραγματικότητα, η επαναχρησιμοποίηση του αμφιθεάτρου από τους Χριστιανούς την περίοδο αμέσως μετά τις διώξεις των μέσων του 3ου αι. δεν είναι πειστική, όχι μονάχα γιατί το κτήριο πρέπει να βρισκόταν ακόμα σε λειτουργία, αλλά και γιατί μάλλον είναι απίθανο να υποθέσουμε ότι την εποχή αυτή ένα δημόσιο οικοδόμημα παραχωρήθηκε στη χριστιανική κοινότητα (τέτοιου είδους ενέργειες μαρτυρούνται στη Γόρτυνα μονάχα μετά τα τέλη του 4ου αι.)[11].

Το νεκροταφείο στο οποίο ανεγέρθηκε η πρώτη εκκλησία είναι ενδιαφέρον να ταυτιστεί με την υστερορωμαϊκή-πρωτοβυζαντινή νεκρόπολη νότια της Αγοράς[12], στο σημερινό χωριό της Μητρόπολης, όπου οι έρευνες του πανεπιστημίου της Μπολόνια και της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής σε συνεργασία με την 13η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων έφεραν στο φως τα κατάλοιπα μιας μεγαλόπρεπης πεντάκλιτης βασιλικής και ένα βαπτιστήριο (εικ. 1)[13]. Η βασιλική αποτελούσε την έδρα του επισκόπου, αν και η πρωιμότερη φάση της ανάγεται μονάχα στον 5ο αι.

Εικ.1  (Επιπεδομετρία Βασιλικής Μητρόπολης - M. Ricciardi)

Εικ.1 (Επιπεδομετρία Βασιλικής Μητρόπολης – M. Ricciardi)

Εάν αληθεύει το γεγονός ότι ο πρώτος πυρήνας της χριστιανικής μνημειακής αρχιτεκτονικής εμφανίστηκε στα όρια της ρωμαϊκής πόλης με τους ειδωλολατρικούς ναούς ακόμα σε λειτουργία, φαίνεται ότι μέχρι το τέλος του 4ου αι. ο χριστιανισμός είχε περιθωριακή παρουσία και μάλιστα σε μια μονάχα περιοχή της πόλης. Η Γόρτυνα συνέχισε να έχει τις παραδοσιακές θρησκευτικές, πολιτικές και διοικητικές εστίες οργανωμένες σύμφωνα με το ρωμαϊκό πρότυπο, αν και υπήρξαν σημάδια τεμαχισμού του συστήματος στο πλαίσιο μιας γενικότερης κρίσης που ήταν επίσης, αν και μόνο μερικώς, συνέπεια του μεγάλου σεισμού του 365 μΧ.

———————————————————————————————————————
[9] Lippolis 2004 και Di Vita 2010, 136-141.
[10] Baldini Lippolis 2010, Baldini Lippolis 2011 και Di Vita 2010, 294-298.
[11] Baldini Lippolis 2010 και Baldini Lippolis 2011.
[12] Di Vita 2010, 268-269 και 311-313.
[13] Baldini και άλλοι 2013, με προγενέστερη βιβλιογραφία. Η πολυετής ανασκαφή ήταν κάτω από την επίβλεψη του εφόρου Μ. Μπορμπουδάκη και της καθηγήτριας R. Farioli Campanati. Επί του παρόντος βρίσκεται σε ισχύ μια συμφωνία ανάμεστα στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια (υπεύθυνη καθ. I. Baldini), την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας (διευθυντής καθ. E. Greco) και τη 13η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (έφορος Δρ. Β. Συθιακάκη) για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων και την ολοκλήρωση της δημοσίευσης της ανασκαφής. Για το βαπτιστήριο, βλ. ειδικότερα Ricciardi 2009 και Di Vita 2010, 324-326.

———————————————————————————————————————

Τον 5ο αι. αυξάνονται οι ενδείξεις για την εγκατάλειψη των παγανιστικών κτηρίων, ενώ παράλληλα υπάρχουν περιορισμοί για την πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους λατρείας, όπως, για παράδειγμα, στον Ανατολικό ναό και ίσως στο Πύθιο. Η συμμετοχή του επισκόπου Γορτύνης Μαρτυρίου στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 και η επιστολή των επισκόπων της Κρήτης στον αυτοκράτορα Λέοντα καταδεικνύουν τη σημασία του τοπικού κλήρου μέσω του ενοποιητικού ρόλου που αποδίδεται στη λατρεία των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, οι οποίοι ανακηρύσσονται προστάτες ολόκληρου του νησιού[14].

Ανάμεσα στα μέσα του 5ου και στις αρχές του 6ου αιώνα αυτή η νέα φάση σηματοδοτήθηκε με την ίδρυση σημαντικών βασιλικών στην πόλη σε κεντρικούς δημόσιους χώρους οι όποιοι παραχωρήθηκαν από τις αρχές για τις λατρευτικές ανάγκες της τοπικής εκκλησίας[15].

Δεν είναι τυχαίο που την ίδια περίοδο χρονολογούνται οι πρώτες κατασκευαστικές φάσεις του επισκοπικού ναού, όπως μαρτυρούν τα θεοδοσιανά κιονόκρανα από προκονήσιο μάρμαρο με φύλλα χρυσού που βρέθηκαν στο πρεσβυτέριο (εικ. 2)[16].

Εικ.2  (Κορινθιακό κιονόκρανο με ίχνη της επικάλυψης σε φύλλα χρυσού)

Εικ.2 (Κορινθιακό κιονόκρανο με ίχνη της επικάλυψης σε φύλλα χρυσού)

Σε μικρή απόσταση στα ανατολικά του επισκοπικού ναού ανεγείρεται μια άλλη βασιλική, τρίκλιτη, με υλικό σε δεύτερη χρήση που προέρχεται από ένα προγενέστερο κτήριο το οποίο κατεδαφίστηκε και στο οποίο πιθανόν φυλλάσονταν τα αρχεία των προξένων της πόλης[17].

Νοτιότερα, ένας τρίκογχος ναός[18] οικοδομήθηκε πάνω σε μία υστερορωμαϊκή οικία, τα ψηφιδωτά της οποίας παραμένουν ακόμα ορατά μαζί με αυτά της χριστιανικής φάσης.

Στα νότια της Αγοράς, η ανέγερση ναού που σήμερα είναι γνωστός ως Άγ. Τίτος[19], αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, προκάλεσε σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του χώρου με την κατεδάφιση και την επαναχρησιμοποίηση παλαιότερων κτηρίων.

Αυτό το φαινόμενο της επαναχρησιμοποίησης και του μετασχηματισμού των δημόσιων κτιρίων και χώρων μπορεί να θεωρηθεί ως μια άλλη σημαντική ένδειξη του εκχριστιανισμού της πόλης κατά τη διάρκεια του 5ου αι. Το παράδειγμα των ιδιωτικών οικιών και εργαστηρίων που κατακλύζουν το ιερό του Πύθιου Απόλλωνα και τη γύρω περιοχή, είναι ενδεικτικό μιας σκόπιμης εγκατάλειψης από μέρους των αρχών των περιοχών εκείνων που αποτελούσαν προηγουμένως δημόσια περιουσία προς όφελος των ιδιωτών και της τοπικής εκκλησίας[20].

Η εκκλησία της Γόρτυνας του τέλους του 5ου και των αρχών του 6ου αι,  χειραφετημένη πια από το ειδωλολατρικό παρελθόν, ήταν σε θέση να επιδείξει αλλά και να αυξήσει το γόητρό της μέσα από σημαντικές πράξεις ευεργεσίας, γνωστές κυρίως από τις επιγραφές, αλλά

——————————————————————————————————————–
[14] Baldini Lippolis 2010 και Baldini Lippolis 2011.
[15] Baldini Lippolis 2010, Baldini Lippolis 2011 και Baldini και άλλοι 2013.
[16] Baldini Lippolis 2005β.
[17] Baldini Lippolis 2002.
[18] Baldini Lippolis 2005α.
[19] Baldini Lippolis 2009β, Μαμαλούκος 2013.
[20] Για το φαινόμενο που είναι γνωστό και σε άλλε πόλεις της αυτοκρατορίας, βλ. ενδεικτικά Baldini Lippolis 2007.

——————————————————————————————————————–

και με την υιοθέτηση αρχιτεκτονικών θρησκευτικών τύπων προερχόμενων από την Κωνσταντινούπολη, όπως συμβαίνει με την επισκοπική βασιλική αλλά και με τη βασιλική, που ανοικοδομήθηκε πάνω στο ιερό κοντά στα λουτρά της Μεγάλης Πόρτας[21], στα νότια όρια της ρωμαϊκής πόλης.

Η εποχή του Ιουστινιανού σηματοδοτεί την ακμή της επισκοπής της Γόρτυνας και αντιστοιχεί με το νέο αρχιεπισκοπικό ρόλο που αναλαμβάνει από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι. Την περίοδο αυτή ο αρχιεπίσκοπος Θεόδωρος ανακαινίζει τα ψηφιδωτά δάπεδα της επισκοπικής βασιλικής, ενώ μερικές δεκαετίες αργότερα το έργο αυτό αναλαμβάνει και ο Βετράνιος, αρχιεπίσκοπος στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, υπεύθυνος πιθανόν και για την ανοικοδόμηση του αγ. Τίτου αλλά και μιας εκκλησίας στα Μάταλα[22], στο λιμάνι της Γόρτυνας.

Το επισκοπικό συγκρότημα, με τη βασιλική και το βαπτιστήριο, αναμφίβολα αποτελούσε σημείο αναφοράς στην τοπογραφία της πόλης.

Παρόλ’αυτά, η ύπαρξη αυτού του νέου θρησκευτικού κέντρου, δεν φαίνεται να επιφέρει αλλαγές στη θέση των διοικητικών και δικαστικών δομών της Γόρτυνας. Η δικαστική βασιλική στο Πραιτώριο διατηρεί τα χαρακτηριστικά της μέχρι και τους πρώτους χρόνους του 7ου αι, περίοδο κατά την οποία υφίσταται σημαντικές αλλαγές, καθώς επεκτείνεται και αποκτά προσανατολισμό προς το βόρειο δρόμο, το σημαντικό οδικό άξονα της πόλης[23].

Η εξέλιξη της Γόρτυνας μετά τον 6ο αι. βρίσκεται στο επίκεντρο των σύγχρονων ερευνών. Στα βόρεια του Πραιτωρίου ανασκάφηκε από το 2005 ως το 2009 ένας ύστερο-ελληνιστικός ναός που μετατράπηκε στα τέλη του 4ου αι. σε δημόσιο κτήριο, ίσως «σεκρετάριον», μπροστά από τη δικαστική βασιλική. Το οικοδόμημα διατήρησε τη δημόσια χρήση του τουλάχιστον μέχρι τον 7ο αι. Στα τέλη του αιώνα ο ίδιος χώρος χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή λαδιού και για άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με τη γεωργική παραγωγή, όπως συμβαίνει και στη βασιλική του Πραιτωρίου, που παρουσιάζει μια συναφή οργάνωση για την αποθήκευση προϊόντων, καθώς και ένα ελαιοτριβείο[24]. Στην ίδια φάση μπορούν να χρονολογηθούν τα τμήματα των αγαλμάτων που χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό στους τοίχους[25].

Η ανασκαφή του υστεροελληνιστικού ναού, φανερώνει τη συμβολή και τον πλούτο των πληροφοριών που παρέχουν οι αρχαιολογικές μαρτυρίες ειδικά μάλιστα στην κατανόηση των ύστερων φάσεων της πόλης. Εκτός από τις έρευνες στο Πραιτώριο, από το 2011 έχει αρχίσει η μελέτη του υλικού που προέρχεται από τη βασιλική της Μητρόπολης.

——————————————————————————————————————–
[21] Di Vita 2010, 281-283 και 334.
[22] Baldini Lippolis 2009β.
[23] Di Vita 2010, 187-193 και Baldini και άλλοι 2013.
[24] Di Vita 2010, 194-204 (όπου διατυπώνεται η υπόθεση ότι στο χώρο λειτουργούσε μοναστήρι) και  Baldini και άλλοι 2013.
[25] Baldini Lippolis 2009α.

——————————————————————————————————————–

Οι βαριές φθορές που πιστοποιούνται σε όλο το κτήριο, οι καταρρεύσεις και οι συστηματικές και παρατεταμένες λεηλασίες, σε συνδυασμό με τη γεωργική καλλιέργεια σταδιακά συνέβαλαν στην εξαφάνιση της βασιλικής, που έμεινε μονάχα ως ανάμνηση στο τοπωνύμιο της περιοχής. Το τέλος της βασιλικής θεωρείται ο μεγάλος σεισμός του 670, άποψη που πρέπει να αναθεωρηθεί[26].

Συγκεκριμένα, τα ευρήματα από τους δύο χώρους βόρεια του πρεσβυτερίου έχουν ειδικό ενδιαφέρον καθώς διατηρήθηκαν ανέπαφα κάτω από την πεσμένη στέγη. Το δωμάτιο Ι συνδέεται άμεσα με την αψίδα της εκκλησίας, καταλαμβάνοντας ένα χώρο που πρώτα βρισκόταν σε επικοινωνία με το κυκλίο του συνθρόνου και με το πρεσβυτέριο.

Η στρωματογραφία φανερώνει χρήση του χώρου τουλάχιστον μέχρι το β΄ μισό του 7ου αι, και ίσως αργότερα. Κάτω από την πεσμένη στέγη, σε στρώμα που είναι έντονα τα ίχνη της φωτιάς, βρέθηκαν κάποια λειτουργικά αντικείμενα και αφιερώματα, όπως, για παράδειγμα, η μαρμάρινη φιάλη (εικ. 3), μία μαρμάρινη πλάκα με αφιέρωση στον Άγ. Γεώργιο, ένας αμφορέας ντόπιας παραγωγής που μιμείται τους αιγαιακούς και χρονολογείται τον 7ο – 8ο αι, ένα βενετικό νόμισμα (τορνεζέλο) του 15ου – 16ου αι., που φανερώνει, όπως και σε άλλα σημεία της πόλης, μια περιστασιακή χρήση του χώρου κατά την Ενετική περίοδο[27].

Εικ.3  (Φιάλη απο το δωμάτιο 1)

Εικ.3 (Φιάλη απο το δωμάτιο 1)

Στο χώρο ΙΙ (εικ. 4) κάτω από την πεσμένη στέγη και πάνω από το πλίνθινο δάπεδο εντοπίστηκαν ράφια κατασκευασμένα από επαναχρησιμοποιημένα μαρμάρινα στοιχεία και εν μέρει από ξύλο.

Εικ.4  (Δωμάτιο 2)

Εικ.4 (Δωμάτιο 2)

Από το δωμάτιο αυτό προέρχεται μια τρίλοβη οινοχόη και μια φιάλη ντόπιας κατασκευής, ένας αμφορέας του 7ου ή των πρώτων δεκαετιών του 8ου αι, λυχνάρι πιθανόν του 7ου αι, θραύσματα γυάλινων σκευών που χρονολογούνται τον 8ο αι. και μία μεγάλη κανδήλα μάλλον της ίδιας εποχής (εικ. 5)[28]. Ανάμεσα στα αντικείμενα του ίδιου στρώματος βρίσκεται και μια μεγάλη πήλινη λεκάνη κομμένη στη μέση χωρίς πυθμένα, ο οποίος έχει αντικατασταθεί από μία πλάκα μολύβδου. Η χρήση του αγγείου αυτού είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί[29]. Από τον ίδιο χώρο προέρχεται επίσης το κολουροκωνικό χάλκινο αντικείμενο πιθανόν από λειτουργικό σκεύος, το οποίο φέρει την επιγραφή «υπέρ ευχή Ανδρέα».

Εικ.5  (Ευρήματα από το δωμάτιο  2)

Εικ.5 (Ευρήματα από το δωμάτιο 2)

Στην ουσία οι δύο χώροι φαίνεται ότι λειτουργούν ως Πρόθεση και παραμένουν σε χρήση ως την πτώση της εκκλησίας και ίσως λίγο αργότερα, μέχρι τη φωτιά μετά την οποία εγκαταλείφθηκε ο χώρος[30]. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στο ναό του Αγ. Τίτου, όπου στην τελευταία φάση χρήσης του σημειώνεται μια δραστική μείωση του εσωτερικού χώρου σε σχέση με το αρχικό κτίριο[31].

——————————————————————————————————————–
[26] Di Vita 2010, 308-324.
[27] Baldini και άλλοι 2013.
[28] Baldini και άλλοι 2013.
[29] Baldini και άλλοι 2013.
[30] Baldini και άλλοι 2013.
[31] Baldini Lippolis 2009β.

——————————————————————————————————————–

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρώτες δεκαετίες του 8ου αι. συμπίπτουν με την ποιμαντορία του Ανδρέα από τη Δαμασκό, επισκόπου από το 711 ως το 730, ο βίος του οποίου συγγράφεται στο β’ μισό του ίδιου αιώνα[32]. Ο συγγραφέας περιγράφει τη δραστηριότητα του επισκόπου στο νησί και παρουσιάζει με λεπτομέρειες τα έργα του στη Γόρτυνα. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται το ξανακτίσιμο μιας εκκλησίας αφιερωμένης στην Παναγία Βλαχερνίτισσα, και η ανέγερση κάποιων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Στο Βίο γίνεται αναφορά για τις δύσκολες συνθήκες στην Κρήτη, για τις επιδημίες, αλλά και για τις αραβικές επιδρομές που ανάγκασαν τους ντόπιους να καταφύγουν μαζί με τον επίσκοπο σε ένα κάστρο. Η πηγή αυτή υποδεικνύει την έναρξη της διαδικασίας εγκατάλειψης της πόλης πριν από την Αραβική κατάκτηση των αρχών του 9ου αι. Από την άλλη μεριά, το 787 η εκκλησία της Γόρτυνας είναι παρούσα μέσω του επισκόπου της Ηλία στην 7η Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας μαζί με άλλους κρητικούς επισκόπους (Λάμπης, Ηρακλείου, Κνωσού, Κυδωνίας, Κισσάμου, Συβρίτου, Φοίνικος, Αρκαδίας, Ελευθέρνης, Κανδάνου και Χερρονήσου)[33]. Αυτό δεν φανερώνει μονάχα τη δυναμικότητα της τοπικής εκκλησίας, αλλά και τη διατήρηση της σημασίας της επισκοπής της Γόρτυνας.  Το β’ μισό του 8ου αι. λοιπόν αποτελεί μια σημαντική περίοδο στην οποία πρέπει να στρέψουμε τις έρευνές μας.

Βιβλιογραφία

Baldini I. 2010, ‘Le virtù dei governatori: monumenti onorari tardoantichi a Gortina e Afrodisia’, στο De Maria S. – Fortunati V. (εκδ.), Monumento e memoria, Μπολόνια, 219-232.

cancellare: Baldini I. 2013, ‘L’architettura urbana come spazio politico e sociale’, στο I. Baldini – S. Cosentino (εκδ.), Potere e politica nell’età della famiglia teodosiana (395-455), I linguaggi dell’impero, le identità dei barbari, Μπάρι (Munera, 36), 65-85.

Baldini I. και άλλοι 2013, ‘Gortina, Mitropolis e il suo episcopato nel VII e nell’VIII secolo: ricerche preliminari’, ASAtene 2013 (υπό έκδοση).

Baldini Lippolis I. 2002, ‘Architettura protobizantina a Gortina: la basilica di Mavropapa’, Creta antica 3, 301-320.

Baldini Lippolis I. 2005α, ‘Mosaici di età tardoantica a Gortina (Creta)’, στο H. Morlier (εκδ.), La mosaique gréco-romaine IX, Ρώμη, 173-189

Baldini Lippolis I. 2005β, ‘La basilica di Mitropolis: problemi di scultura architettonica, στο Creta romana e protobizantina, Atti del congresso internazionale (Iraklion, 23-30 settembre 2000), 3,2, Πάδοβα, 1133-1145.

Baldini Lippolis I. 2007, Private Space in Late-Antique Cities: Laws and Building procedures, in L. Lavan, L. Ozgenel, A. Sarantis (eds.), Housing in Late Antiquity. 3.2, From Palaces to Shops,  Leiden 2007, pp. 197-238.

———————————————————————————————————————
[32] Baldini και άλλοι 2013, με προγενέστερη βιβλιογραφία.
[33] Baldini και άλλοι 2013, με προγενέστερη βιβλιογραφία.

———————————————————————————————————————

Baldini Lippolis I. 2009α, ‘Statuaria pagana e cristianesimo a Gortina tra IV e VIII secolo’, στο Farioli Campanati R. και άλλοι (εκδ.), Ideologia e cultura artistica tra Adriatico e Mediterraneo orientale (IV-IX secolo): il ruolo dell’autorità ecclesiastica alla luce di nuovi scavi e ricerche, Μπολόνια, 71-86.

Baldini Lippolis I. 2009β, ‘La basilica di S. Tito a e gli appunti inediti di Giuseppe Gerola, ASAtene 87, 635-679.

Baldini Lippolis I. 2010, ‘Mobilità di persone, proselitismo e affermazione del Cristianesimo: il caso di Gortina’, στο Atti del XVII Congresso Internazionale di Archeologia Classica (Roma, 22-26 settembre 2008), Bollettino di archeologia on line, Volume speciale, 73-81.

Baldini Lippolis I. 2011, ‘Monumentalizzazione pagana e cristianesimo a Gortina tra il IV e il VI secolo’, Πεπραγμένα Ι’ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, 1-8 Οκτωβρίου 2006), 2,2, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή περίοδος (Αρχαιολογία-Ιστορία της τέχνης), Χανιά, 33-48.

Baldini I.-Vallarino G. 2012, ‘Gortyn: from City of the Gods to Christian City’, στο T. Kaizer και άλλοι  (εκδ.), Cities & Gods: Interdisciplinary perspectives, BABesch. Annual Papers on Mediterranean Archaeology, Supplement 22, 103-119.

Di Vita A. 2010, Gortina di Creta. Quindici secoli di vita urbana, Ρώμη.

Di Vita A. – Rizzo M. A. (εκδ.) 2011, Gortina Agorà, Scavi 1996-1997, Πάδοβα.

Lippolis E. 2004, ‘Lo stadio di Gortina’, στο Creta romana e protobizantina, Atti del congresso internazionale (Iraklion, 23-30 settembre 2000), 2, Πάδοβα, 573-598.

Μαμαλούκος Σ. 2013 Ζητήματα αναπαράστασης της αρχικής μορφής του Ναού του Αγίου Τίτου στη Γόρτυνα, in Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 4/34 (2013), 11-23.

Perna R., 2012, L’ acropoli di Gortina. La tavola «A» della carta archeologica della città di Gortina, Ματσεράτα.

Ricciardi M. 2009, ‘Le scoperte alla rotonda di Mitropolis a Gortina, Creta, στο Farioli Campanati R. και άλλοι (εκδ.), Ideologia e cultura artistica tra Adriatico e Mediterraneo orientale (IV-IX secolo): il ruolo dell’autorità ecclesiastica alla luce di nuovi scavi e ricerche, Μπολόνια, 55-69.

Isabella  Baldini (αρχαιολόγος)

Isabella Baldini
(αρχαιολόγος)

 

Isabella Baldini (αρχαιολόγος)