Ιστορία

Άγιοι Δέκα

Οι Άγιοι Δέκα είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά  της επαρχίας Καινουργίου του Νομού Ηρακλείου Κρήτης και βρίσκεται  στο 44ο χλμ  της εθνικής οδού Ηράκλειο – Αγία Γαλήνη.

Αεροφωτογραφία έτους 2001

Το χωριό είναι χτισμένο σε  γραφική τοποθεσία, σε υψόμετρο 170 μέτρων,  με θαυμάσια θέα, ανατολικά του ελαιώνα της αρχαίας Γόρτυνας, στη βόρεια πλευρά της πεδιάδας της Μεσσαράς, πάνω σε ερείπια των νοτιοανατολικών διαμερισμάτων της αρχαίας Γόρτυνας και των νεκροπόλεων της.

εντοιχισμένη επιγραφή σε πρόσοψη οικίας

εντοιχισμένη επιγραφή σε πρόσοψη οικίας

Πολλά από τα παλιά σπίτια του χωριού έχουν χτιστεί με οικοδομικό υλικό από τα ερείπια της αρχαίας πόλης. Σε πολλές προσόψεις κτιρίων υπάρχουν εντοιχισμένα αρχαία λείψανα, όπως επιγραφές, κιονόκρανα, κλπ.

Το χωριό οφείλει το όνομά του στους Δέκα Κρητικούς χριστιανούς, που μαρτύρησαν εκεί κατά τη διάρκεια των διωγμών του Ρωμαίου Έπαρχου  Δεκίου το 250 μ.Χ. Στο σημείο όπου μαρτύρησαν, στη θέση «Αλώνιον», βρίσκεται σήμερα η κεντρική εκκλησία του χωριού η οποία κτίστηκε τον 12ο αιώνα.  Οι Άγιοι Δέκα μάρτυρες ήταν αλφαβητικά οι: Αγαθόπους, Βασιλείδης, Γελάσιος, Ευάρεστος, Ευνικιανός, Εύπορος, Ζωτικός, Θεόδουλος, Πόμπιος και Σατορνίνος. Το μάρμαρο που γονάτισαν οι

Εσωτερικό Ιερού Ναού Αγ. Δέκα

Εσωτερικό Ιερού Ναού Αγ. Δέκα

Άγιοι Δέκα για να αποκεφαλιστούν, φυλάσσεται σε ειδική προθήκη στον  κεντρικό Ναό του χωριού. Αξίζει να σημειωθεί ότι πάνω στο μάρμαρο είναι αποτυπωμένες οι γονατιές  των Αγίων. Το χωριό πανηγυρίζει στις 23 Δεκεμβρίου, ημέρα αφιερωμένη στη μνήμη των Αγίων Δέκα μαρτύρων. Την ημέρα αυτή κάθε χρόνο τελείται πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία με την παρουσία Μητροπολιτών από όλη την Κρήτη,  ιερέων της γύρω περιοχής και πλήθους πιστών.

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για τους Αγίους Δέκα μάρτυρες περιλαμβάνεται στην επιστολή – ομολογία ορθόδοξης πίστης που απέστειλαν το 457/8 οι επίσκοποι της Κρήτης προς τον αυτοκράτορα Λέοντα Α΄, στην οποία αναφέρονται οι Άγιοι Δέκα μάρτυρες ήδη ως προστάτες της Κρήτης.

Από τους Αγίους Δέκα κατάγονταν οι οπλαρχηγοί  Νικόλαος, Μιχάλης και Μανούσος από την οικογένεια  Μαλικούτη, που έδρασαν στις επαναστάσεις του 19ου αιώνα. Ο Νικόλαος Μαλικούτης ήταν αυτός που σκότωσε το 1828 το γενίτσαρο της Μεσσαράς Αγριολίδη, αλλά αργότερα σκοτώθηκε και ο ίδιος από τους Τούρκους. Από το χωριό καταγόταν επίσης ο Μαθιός Πρεκατσούνης (1828-1902), που έδρασε κάτω από τις διαταγές του Μ. Κόρακα.

Η αρχαιότερη μνεία του τοπωνυμίου του χωριού είναι σε έγγραφο του Δουκικού αρχείου του Χάνδακα του 1374.Παρακάτω παρατίθενται  δημογραφικά στοιχεία του χωριού που έχουν καταγραφεί κατά καιρούς:

Το 1583  από τον Καστροφύλακα   ως  «Agius  Dheca»   με 308  κάτοικους

Το 1671  στην Τούρκικη απογραφή  αναφέρεται ως  «Ayus  Deca»   με 77 χαράτσια

Στον πίνακα της  «τύχης των επαναστατημένων, κατά το 1821 (σελ 322) του βιβλίου «Ο Κώδικας των θυσιών» των Πανεπιστημιακών εκδόσεων Κρήτης, αναφέρεται για το χωριό των Αγίων Δέκα ο αριθμός 20 ανθρώπων, από τους οποίους 3 άνδρες σκοτώθηκαν, 5 πέθαναν, 4 έφυγαν, 5 αιχμαλωτίστηκαν, 1 χάθηκαν τα ίχνη του και από τις γυναίκες 1 έφυγε και 1 πέθανε. Επίσης στον πίνακα της «τύχης των περουσιώντων επαναστατημένων κατά το 1821» αναφέρεται (σελ 332) ότι στους Αγίους Δέκα δημεύτηκαν 17 περιουσίες χριστιανών.

Το 1837  από τον Pashley  με  10 χριστιανικές  και 10 τούρκικες οικογένειες

Το 1881 στην Τούρκικη απογραφή  με όνομα  «Άγιοι Δέκα»  με 254 κατοίκους (247 χριστιανοί και 7 μουσουλμάνοι κάτοικοι)

Το 1920 στην Εθνική απογραφή  με 610 κατοίκους

Το 1928 στην Εθνική απογραφή   με 682 κατοίκους

Το 1981 στην Εθνική απογραφή  με 766 κατοίκους

Τέλος στην  Εθνική απογραφή του 2011 με 861 κατοίκους (785 στους Αγίους Δέκα και 76 στον οικισμό Βουρβουλίτη)

πρώην Επισκοπικό Μέγαρο

πρώην Επισκοπικό Μέγαρο

Στους Αγίους Δέκα υπήρξε η έδρα της επισκοπής Αρκαδίας κατά την περίοδο που ήταν Επίσκοπος (1902-1940) και στη συνέχεια τοποτηρητής (1940-1946) ως Μητροπολίτης Κρήτης ο Βασίλειος Μαρκάκης, οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στις Μοίρες από τον Επίσκοπο Αρκαδίας Ευγένιο Ψαλλιδάκη.

Από το 1999  ο οικισμός των Αγίων Δέκα αποτέλεσε  έδρα του Καποδιστριακού  Δήμου Γόρτυνας ενώ σήμερα εξακολουθεί να  αποτελεί την έδρα του Καλλικρατικού  πλέον  Δήμου Γόρτυνας.

Στο χωριό λειτουργούν νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, περιφερειακό ιατρείο, ταχυδρομείο, τράπεζα, Κ.Ε.Π., Πολιτιστικός Σύλλογος και το αθλητικό σωματείο, με το όνομα «Γόρτυς».

Στα τέλη του 2010 παραδόθηκε προς χρήση το νέο δημαρχείο, που τώρα στεγάζει τις υπηρεσίες του νέου διευρυμένου Δήμου Γόρτυνας. Σε διαδικασία ολοκλήρωσης βρίσκεται η κατασκευή οίκου ευγηρίας βόρεια του χωριού στη θέση «Βρυσίδια», αλλά και η κατασκευή του αρχαιολογικού μουσείου Μεσαράς, ένα χιλιόμετρο δυτικά του οικισμού, επί της εθνικής οδού.

Στον παλιό οικισμό (συνεκτικό τμήμα)  βρίσκεται ο αρχαίος βυζαντινός ναός των Αγίων Δέκα μαρτύρων και στη θέση «Αγιά Λίμνη» το προσφάτως ανακαινισθέν παρεκκλήσι των Αγίων Δέκα κάτω από το οποίο βρίσκονται οι τάφοι τους.

Στα νοτιοδυτικά του χωριού και δυτικά της Αγίας Λίμνης βρίσκεται το Φυλακείον, όπου φυλάσσονται αγάλματα, επιγραφές, γλυπτά και άλλα ευρήματα από την αρχαία Γόρτυνα.

Το χωριό συνεχίζοντας την λαμπρή χριστιανική παράδοση της αρχαίας Γόρτυνας, διαθέτει δραστήρια ενορία η οποία συμβάλει θετικά στην ανάπτυξη του χωριού. Στην ενορία εκτός από τις κεντρικές  εκκλησίες  των Αγίων Δέκα, του Αγίου Νεκταρίου και του ναού στην τοποθεσία «Αγία Λίμνη» που βρίσκονται εντός του χωριού, ανήκει πλήθος από παρεκκλήσια και ξωκλήσια με κυριότερα:

Παναγία Κερά

Παναγία Κερά

Την  Παναγία την Κερά που  βρίσκεται 1 χιλιόμετρο δυτικά του χωριού, εντός του αρχαιολογικού χώρου της Γόρτυνας. Ο ναός είναι γνωστός και ως Άγιος Τίτος . Είναι ένα από τα ποιο επιβλητικά μνημεία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Κρήτη. Ιδρύθηκε στα χρόνια του Ιουστινιανού ή του Ηράκλειτου τον 6ο μ. χ. αιώνα και έχει πολλές ομοιότητες με την Εκατονταπυλιανή της Πάρου. Λειτουργείται την Τρίτη του Πάσχα.

Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος και η Αγία Μαρίνα που βρίσκονται δυτικά  του Λυκείου, μέσα σε χώρο που έχει φυτευτεί τα τελευταία χρόνια με πλήθος δέντρων. Ο Προφήτης Ηλίας που βρίσκεται στην κορυφή του ομώνυμου λόφου, στους πρόποδες του οποίου είναι κτισμένο το χωριό. Ο Άγιος Στυλιανός που βρίσκεται 1,5 χιλιόμετρο έξω από το χωριό, στον δρόμο προς Ηράκλειο. Ο Άγιος Γεώργιος που βρίσκεται μέσα στον παλιό ελαιώνα της αρχαίας Γόρτυνας δυτικά του οικισμού.

Επίσης η ενορία διαθέτει το παλαιό πνευματικό κέντρο, δίπλα στην εκκλησία των Αγίων Δέκα αλλά και νέο, ακριβώς δίπλα στο περιφερειακό ιατρείο, στο κέντρο του χωριού με μεγάλη χωρητικότητα. Όσον αφορά το θρησκευτικό κομμάτι  του οικισμού, αλλά και θέματα που αφορούν γενικά την ενορία,  πλούσιο υλικό μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της ενορίας www.ag-deka.gr

Αξιοθέατα του χωριού

 Από τα σημαντικότερα αξιοθέατα του χωριού  αποτελεί η ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Γόρτυνας με τις διάσπαρτες ανασκαφές οι οποίες έχουν φέρει στο φώς σημαντικότατα ευρήματα.

Η Γόρτυνα κηρύχθηκε με τις ΥΑ 9597/12-9-1970 (ΦΕΚ 666/Β/23-9-1970) και ΥΑ  ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ.23/16202/687/24-4-1987 (ΦΕΚ 371/Β/22-7-1987)  ως αρχαιολογικός χώρος. Η αρχαία πόλη της Γόρτυνας, μια από τους μεγαλύτερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, καταλαμβάνει έκταση περίπου 4.000 στρεμμάτων και ορίζεται βόρεια από το Λόφο του Αγ. Ιωάννη, το Βόλακα και τον Προφήτη Ηλία, ανατολικά από τον οικισμό των Αγίων Δέκα, δυτικά από τον οικισμό του Αμπελούζου και νότια από τον οικισμό της Μητρόπολης.

Η πόλη της Γόρτυνας κτίστηκε με υλικό από τον γνωστό σε όλους μας Λαβύρινθο της Μεσαράς, ο οποίος βρίσκεται δυτικά της πόλης και αποτέλεσε  λατομείο της. Σήμερα ο Λαβύρινθος  δυστυχώς  δεν έχει αξιοποιηθεί ως έπρεπε.

H Γόρτυνα υπήρξε η πόλη με αδιάκοπη ιστορία 6.000 χρόνων και το  όνομα της το πήρε, σύμφωνα με την παράδοση, από το Γόρτυνα, γιό του Ραδάμανθυ, του βασιλιά της Φαιστού, και αδελφού του Μίνωα, ο οποίος και την ίδρυσε. Μια άλλη παράδοση θέλει ιδρυτή της πόλης τον Γόρτυνα, ο οποίος είχε καταγωγή από την Τεγέα της Αρκαδικής Γορτυνίας ενώ τρίτη παραλλαγή του μύθου κάνει αναφορά στη Γόρτυνα ιδρύτρια της πόλης, βασίλισσα της Κρήτης και μητέρα του βασιλιά Ταύρου. Η αρχαία παράδοση απέδιδε στη Γόρτυνα και άλλες μυθικές ονομασίες, όπως Ελώτις, Λάρισα, Κρημνία.

 Ιστορία των ανασκαφών της πόλης

Επιγραφή της Γόρτυνας

Επιγραφή της Γόρτυνας

Από την περίοδο της Τουρκοκρατίας εκδηλώθηκε το ενδιαφέρων από ερευνητές και αρχαιολόγους για την περιοχή. Το 1884 βρέθηκε η μεγάλη επιγραφή από τους Ιωσήφ Χατζηδάκη, Στέφανο Ξανθουδίδη και τον Ιταλό Federico  Halbherr δίνοντας έτσι την αφορμή για την ανασκαφική έρευνα της περιοχής.

Το 1898 αρχίζουν οι ανασκαφικές έρευνες από την Ιταλική αρχαιολογική αποστολή σε συνεργασία με την αρχαιολογική υπηρεσία. Οι ανασκαφές συνεχίζονται μέχρι και σήμερα με αργούς ρυθμούς και έχουν φέρει στο φώς σπουδαία ευρήματα τα σημαντικότερα των οποίων εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου.

Πραιτώριο, Ναός Απόλλωνα, Αιγυπτιακός Ναός

Πραιτώριο, Ναός Απόλλωνα, Αιγυπτιακός Ναός

Τα σημαντικότερα μνημεία που έχουν έλθει στο φώς μέχρι σήμερα είναι: ο Ναός Παναγίας Κεράς (γνωστός ως ναός Αγίου Τίτου), το Πραιτώριο, η μεγάλη επιγραφή (νόμοι της Γόρτυνας), το Ωδείο, το ιερό των Αιγυπτιακών θεοτήτων, ο Ναός του Απόλλωνα (Πυθίον), η μεγάλη βασιλική (ναός Αποστόλου Τίτου), η Μινωική αγρέπαυλη, η δεξαμενή και το Νυμφαίο, το υδρευτικό έργο της πόλης και η Ακρόπολη.

Ωδείο, Μεγάλη Επιγραφή

Ωδείο, Μεγάλη Επιγραφή

 Από τα Νεολιθικά χρόνια αρχίζει η κατοίκηση στον χώρο αυτό, ενώ από τις ανασκαφές προκύπτουν ευρήματα που χρονολογούνται στη Μινωική, Γεωμετρική, Αρχαϊκή, Κλασική και Ελληνιστική περίοδο. Στη μεγαλύτερη ακμή της η Γόρτυνα έφτασε κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο και ιδιαίτερα από τα χρόνια του Αδριανού μέχρι την εποχή των Σεβήρων, οπότε και έφτασε στη μεγαλύτερη έκταση της , ενώ με την διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού αναγνωρίστηκε επίσημα ως πρωτεύουσα της Κρήτης.

Η Γόρτυνα διατήρησε την κυρίαρχη θέση της και κατά τη διάρκεια των χριστιανικών χρόνων όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικό αλλά και θρησκευτικό καθώς κηρύχθηκε σε μητρόπολη της Κρήτης, ως η πρώτη επισκοπή του νησιού η οποία μάλιστα ιδρύθηκε από το μαθητή του Αποστόλου Παύλου,  Τίτο. Την περίοδο αυτή σημειώθηκε μια σημαντική χωροταξική μεταβολή με την μετατόπιση του διοικητικού κέντρου της πόλης δυτικά, σε μια αραιοκατοικημένη έως τότε περιοχή, ανατολικά του ποταμού Ληθαίου και βόρεια του σημερινού οικισμού της Μητρόπολης.

Βασιλική (Άγιος Τίτος)

Βασιλική (Άγιος Τίτος)

Η χριστιανική πόλη είχε ως επίκεντρο την Πεντάκλιτη Επισκοπική Βασιλική, βόρεια του οικισμού της Μητρόπολης. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη βασιλική της Κρήτης και μια από τις μεγαλύτερες της Ελλάδος, με πλάτος 35 μέτρα και μήκος πάνω από70 μέτρα. Κτίστηκε από τον επίσκοπο Θεόδωρο στα χρόνια του Ιουστινιανού και γνώρισε κάποιες ανακατασκευές, ενώ καταστράφηκε πιθανότατα από τον μεγάλο σεισμό του 796 μ.Χ που φαίνεται να ισοπέδωσε όλη την πόλη. Γύρω από την Βασιλική αναπτυσσόταν εκτεταμένο επισκοπικό συγκρότημα από το οποίο έχει ανασκαφεί έως σήμερα μόνο το περίκεντρο βαπτιστήριο που επικοινωνούσε με τη βασιλική μέσω πομπικού διαδρόμου. Πρόκειται για ένα από τα πολυτελέστερα παλαιοχριστιανικά βαπτιστήρια με περίδρομο, οκτώ κόγχες και τετράλοβη κολυμβήθρα, διακοσμημένο με μαρμαροθετήματα, ορθομαρμαρώσεις και περίτεχνο μαρμάρινο αρχιτεκτονικό διάκοσμο εισαγμένο από την πρωτεύουσα.

Εκατόν μέτρα βορειοανατολικά της πεντάκλιτης βασιλικής βρίσκεται η τρίκλιτη  βασιλική στη θέση «Μαυρόππαπα» που χρονολογείτε στον 6ο αιώνα.

Τριακόσια μέτρα νότια της πεντάκλιτης βασιλικής βρέθηκε τρίκογχο οικοδόμημα που χαρακτηρίστηκε ως μαρτύριο και χρονολογείτε στον 5ο αιώνα μ.Χ. και το οποίο σύμφωνα με πρόσφατα ανασκαφικά στοιχεία κτίστηκε λίγο πριν από την Αραβική κατάκτηση της Κρήτης (828-829) και ανακαινίστηκε από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 μ.Χ.

Στη συμβολή της εθνικής  οδού Ηράκλειο – Μοίρες με την επαρχιακή οδό προς Μητρόπολη βρέθηκε λουτρό με  χρήση στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται ένα ακόμα λουτρό στο χώρο του ρωμαϊκού Πραιτωρίου από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών  (ΙΑΣΑ).

Οικιστικά λείψανα και εργαστήρια με χρήση έως τον 8ο αιώνα, έχουν ανασκαφεί τα τελευταία χρόνια από την ΙΑΣΑ, πλησίον του ναού του Πυθίου Απόλλωνα και στο λεγόμενο «οικοδομικό τετράγωνο του Ελληνιστικού ναού».

Στο χώρο της γεωργικής σχολής έχει εντοπιστεί τρίκογχο βαπτιστήριο το οποίο ανήκει σε μεγαλύτερο μη ανασκαμμένο λατρευτικό συγκρότημα. Σε πολλά σημεία που καταλαμβάνει η έκταση της γεωργικής σχολής, μέχρι το Ληθαίο ποταμό, έχουν αποκαλυφθεί αρχαιότητες διαφόρων περιόδων, όπως ψηφιδωτά δάπεδα, ταφές, τμήματα τοιχοποιιών κ.α.

Νεκροταφεία των χριστιανικών χρόνων έχουν εντοπιστεί σε διάφορες θέσεις, κυρίως νότια του οικισμού Μητρόπολης και κατά μήκος της εθνικής οδού προς Μοίρες. Στις νεκροπόλεις αυτές εντοπίστηκαν τάφοι όλων των τύπων καθώς και υπόγειες αίθουσες και μαυσωλεία.

Υπόγειο μαυσωλείο με χαρακτηριστικά μαρτυρίου έχει εντοπιστεί επίσης κοντά στο ρωμαϊκό νεκροταφείο το οποίο εκτεινόταν στη θέση του σημερινού προσκυνήματος των Τάφων των Αγίων Δέκα (Αγία Λίμνη).

Η παλαιοχριστιανική πόλη γνώρισε αλλεπάλληλες σεισμικές καταστροφές και ανοικοδομήσεις εκ των οποίων η τελευταία που προκάλεσε την πλήρη ισοπέδωση και παρακμή της και παλιότερα τοποθετούνταν στις αρχές του 7ου αιώνα, πρέπει πιθανότατα να συσχετιστεί με τον ισχυρότατο σεισμό που έπληξε την Κρήτη το 796 μ.Χ. Οι ταφές μέσα στα ερείπια σηματοδοτούν την παρακμή της κάτω πόλης και τη μετακίνηση του οικισμού

Ακρόπολη

Ακρόπολη

βόρεια προς το λόφο της αρχαίας ακρόπολης (Αγίου Ιωάννη) ο οποίος την εποχή αυτή απέκτησε  ισχυρή οχύρωση. Η περίμετρος του τοίχους έχει μήκος 835 μέτρα, πλάτος από 1,90 έως 3,10 μέτρα και μέγιστο ύψος 5,60 μέτρα με σχήμα πολυγωνικό και ενισχύσεις ανά αποστάσεις με πύργους. Την ίδια εποχή λίγο πριν την Αραβική κατάκτηση, φαίνεται ότι ανεγείρεται στις υπώρειες του λόφου , στο χώρο της ελληνιστικής αγοράς και του ρωμαϊκού ωδείου, η τρουλλαία  βασιλική του Αγίου Τίτου που κατά την παράδοση φιλοξένησε το λείψανο του Αγίου μετά την καταστροφή της πεντάκλιτης βασιλικής και ανακαινίστηκε από τον Νικηφόρο Φωκά μετά την ανακατάληψη του νησιού το 961.

Δύο ακόμα βασιλικές με επάλληλες φάσεις και λείψανα ενός βυζαντινού οχυρωμένου μοναστηριού που επιβίωσε έως το 12ο αιώνα, έχουν εντοπιστεί στο λόφο της ακρόπολης. Βυζαντινή φάση διαπιστώνεται επίσης στην τρίκλιτη βασιλική των Αγίων Δέκα μαρτύρων, στο χώρο του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου, που πιθανότατα  ταυτίζεται με το χώρο του μαρτυρίου των Αγίων.

Πολλά είναι τα κέρματα της αρχαίας Γόρτυνας που έχουν γίνει γνωστά, τα σημαντικότερα εκ των οποίων είναι:

  • Τα τρία κέρματα από την εποχή του 4ου αι. π.Χ. Το ένα απεικονίζει την Ευρώπη από τη μία πλευρά, ενώ στην πίσω όψη είναι ένας Ταύρος που στρίβει το κεφάλι του αριστερά. Το δεύτερο απεικονίζει επίσης την Ευρώπη σε άλλη παράσταση, ενώ στην πίσω όψη του νομίσματος απεικονίζεται πάλι το Ταύρος. Το τρίτο κέρμα δείχνει μια γυναικεία κεφαλή (πιθανότατα της Ευρώπης) με τυλιγμένα μαλλιά και ένα σκουλαρίκι, ενώ η πίσω όψη δείχνει τον ίδιο Ταύρο.
  • Ένα κέρμα έχουμε από την εποχή του 3ου αι. π.Χ. το οποίο δείχνει την Ευρώπη καθιστή στον ιερό πλάτανο με ένα αετό δίπλα της, ενώ στην πίσω όψη φέρει επιγραφή ΓΟΡΤΥΝ με την Ευρώπη πάνω στον Ταύρο.
  • Ένα άλλο κέρμα από την εποχή του 2ου – 1ου αι. π.Χ. δείχνει την κεφαλή του Δία  ή του Μίνωα με την πίσω όψη να φέρει την επιγραφή ΓΟΡΤΥΝΙΩΝ με μια γυναίκα καθισμένη σε βράχο να κρατά τόξο και βέλος

 Σήμερα ο αρχαιολογικός χώρος της Γόρτυνας αποτελεί ένα εκτενές αρχαιολογικό πάρκο, χωρίς να έχει αναδειχθεί ως έπρεπε από το κράτος,  με ευρήματα και κτιριακά λείψανα όλως των περιόδων της ιστορίας της Κρήτης, μικρό μέρος του οποίου έχει διερευνηθεί ανασκαφικά μέχρι στιγμής  (περίπου το 10%).

Η κατασκευή του μουσείου Μεσσαράς, η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων (Γόρτυνας, Φαιστού, Κνωσού, κλπ) και η δημιουργία ενός οργανωμένου δικτύου πεζοπορικών διαδρομών στην ευρύτερη περιοχή του αρχαιολογικού χώρου (ανάδειξη υφιστάμενων μονοπατιών), αποτελούν ενθαρρυντικά   στοιχεία για την ανάδειξη της περιοχής. Αυτό που μένει είναι η υλοποίηση τους από το Ελληνικό Κράτος.